2 σχόλια

1)VIVA LAS VEGAS!(Clemens Walch’s arise)

A                                  

Η ιστορία διαδραματίζεται στο Λας Βεγκας. Ο ήρωας μας Clemens Walch,με σηκωμένο το πέτο του μπεζ παλτού του( το τελευταίο λάφυρο από μια πρώην μανιοκαταθλιπτική ερωμένη φαρμακοποιό με τάση να κάνει τραμπάλα κάθε μεσημέρι στις τρεις), έτσι ώστε να κρύβει τα παχουλά αυτάκια του(πίστευε από τότε που η μάνα του τον ξέχασε μέσα στο πλυντήριο ότι το ένα αυτί του είχε επιμηκυνθεί αισθητά σε σύγκριση με το άλλο), καπνίζει σκεφτικός διασχίζοντας την Petrin Hill.

«Καράβη»…Επιτέλους, μια εξοχή όπου η τέχνη συνυπάρχει με τη φύση χωρίς η μια να χαλάει την άλλη, όπου η τέχνη φαίνεται φυσική και η φύση είναι καλλιτεχνική. Μια φύση θεριεμένη και όμορφη, ολόφωτη, κάτι άγριο και ατίθασο, μυστήριο και ασυνήθιστο. Ένα σταυροδρόμι ερημικό. Στη μέση του υψώνεται ένας πέτρινος οβελίσκος ακριβώς σαν ένα αιώνιο θαυμαστικo.Λίγο πιο πέρα, πλανόδιοι κι αθίγγανοι εξαπολύουν αιθέριες τσιγγάνικες μελωδίες μες στην καρδιά του τίποτα. Σκόρπια λόγια, σαν απ’ τα χείλη μιας αόρατης και μακρινής μητέρας, ψιθυρίζουν στο αυτί του σαν χάδι «Ra-Ra-Rasputin, lover of the Russian Queen». Ένα δάκρυ αυλακώνει το μάγουλό του, αλλά το σκουπίζει γοργά, με μια σκέψη στο νου του: «μπάμιες». Με αποφασιστικότητα συνεχίζει το δρόμο του. Προχωράει λίγα βήματα ακόμη, κοιτώντας πάντα δεξιά κι αριστερά όταν διασχίζει τον δρόμο όπως τον συμβούλευε ο μανικιουρίστας της θείας Φρειδερίκης, ο Φον Κάραγιαν, ο οποίος ύστερα από ένα αποτυχημένο μανικιούρ εγκατέλειψε τα εγκόσμια και δεν τον ξαναείδε κανείς. Δεν ήξερε με σιγουριά που κατευθυνόταν, αλλά ένοιωσε(ή ένιωσε) κάπου στο βάθος της παρεγκεφαλίτιδάς του ότι είχε επιτέλους φτάσει. Κλακ. Με μια απότομη κίνηση ανοίγει την πρώτη πόρτα. «Συγγνώμη λάθος», λέει καθώς βγαίνει από το πίσω κάθισμα του περαστικού αμαξιού στο οποίο είχε μπει. Μα γιατί σήμερα όλα πήγαιναν στραβά; Ακόμα και ο ταχυδρόμος των 14:48 περπατούσε με την όπισθεν. Διαρκώς αφηρημένος. «Φον κάραγιαν! Μα πως δεν το σκέφτηκα!» αναφώνησε και βούτηξε το κεφάλι του μες τη μαγιονέζα.

Τράβηξε κατευθείαν προς το μόνο μέρος που μπορεί να βρισκόταν. Μια στιγμή αδυναμίας τον διαπέρασε σαν ρίγος και σταμάτησε. Ρούφηξε βαθιά μια τζούρα από τα αγαπημένα του pall mall, έσφιξε τον κόμπο της γραβάτας του με μια άνετη κίνηση του καρπού ενώ έλεγε από μέσα του «ο κόμπος έφτασε στο χτένι, πρέπει να τελειώσω μ’ αυτό». Καθώς περπατούσε είχε συνέχεια στο μυαλό του την ελπίδα πως ήταν πλέον κοντά, πως το μαρτύριό του δεν ήταν τελικά μια αναλαμπή του Αναπόφευγου. Με το ηθικό ανεβασμένο και σκουπίζοντας την μαγιονέζα από το πρόσωπό του τον φανταζότανε ήδη, εκεί στο τελευταίο τραπέζι, γερτό πάνω στο ξύλινο πόδι του με τα ψαρά γένια του να στάζουν αλμύρα και αναμνήσεις, με το ποτήρι της μπύρας (ή μπίρας) πάντα γεμάτο, ένα λιβάνι για να ξορκίζει τους δαίμονές του. Διστάζει για λίγο. Είναι μόλις 10 βήματα μακριά του και ακόμα το φάντασμα του γέρο ναυτικού του φέρνει τρόμο. Τελικά πλησιάζει, είναι ένα καπηλειό στου λιμανιού την άκρη. Το σάπιο ξύλο της πόρτας του φέρνει ανατριχίλα. Με τρέμουλο στο χέρι ψηλαφίζει το πόμολο. Η παλιά ταβέρνα μυρίζει μούχλα, ξινισμένο κρασί και σαπούνι με ουδέτερο pH. Κοιτάζει ολόγυρα και το μάτι του αναζητεί την ποθητή φιγούρα, να στέκει σαν εκπεπτωκός άγγελος. Το βλέμμα του μένει ανικανοποίητο. Δεν βρίσκει απόκριση. Κοιτάζει μια παρέα θαλασσοδαρμένων γερόλυκων να το έχουν στρώσει σε μια γερή παρτίδα «φιδάκι». Με μιας μπαίνει στο παιχνίδι και χωρίς ηθικές αναστολές ποντάρει τον χρυσό τραπεζίτη του παππού του. Χάνει την παρτίδα, αλλά αποφασίζει να τα παίξει όλα για όλα. Στην επόμενη παρτίδα ποντάρει ολόκληρο τον παππού. Με μια ταχύτατη και επιδέξια κίνηση που είχε μάθει στο Νάθινγκ Γκάλτς από τον Πατ Πόκερ τραβάει έναν άσσο μπαστούνι από την κάλτσα του ενώ οι υπόλοιποι παίχτες τον κοιτάνε με απορία και συνειδητοποιεί ότι παίζει λάθος παιχνίδι. Τα παρατάει ανάμεσα σε βλαστήμιες και κατάρες, ο παππούς δεν δέχεται να παραχωρηθεί στους αντιπάλους και ανοίγει κύκλος διπλωματικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ρωσίας και Κορνουάλης. Επιστρέφοντας στον αρχικό του στόχο, πλευρίζει τον ταβερνιάρη και προσπαθεί να τον ψαρέψει: «Ξέρεις τίποτα;» Μετά όμως θυμάται ότι αυτό ήταν ατάκα από τη χθεσινή ταινία και δεν κολλάει. Ο λιγδιάρης Μάγερας μπαίνει κατευθείαν στο νόημα και του δείχνει το τραπέζι στη γωνία. «Ο μαύρος;», αναφωνεί. «Αδύνατον, ο Φον Κάραγιαν ήταν τόσο άσπρος που όταν σοβατίσαμε τον τοίχο τον ψάχναμε τρεις μέρες». Τον πλησιάζει επιφυλακτικά. Ένα σάψαλο, αυτό είχε απομείνει, με φλύκταινες στη μύτη, πυτιρίδα και τατουάζ πόλυ- πόκετ στο μπράτσο. Κουνούσε ελαφρά το δεξί χέρι στο οποίο κράταγε το χειριστήριο από ένα τηλεκατευθυνόμενο φορτηγάκι. «Το κουβαλάει παντού τριάντα πέντε χρόνια τώρα», του ψιθυρίζει ο ταβερνιάρης, «πριν από λίγους μήνες πάτησε μ’ αυτό τον παπαγάλο του. Από τότε τα έχει χάσει λίγο. Μαζεύει λεφτά για ν’ αγοράσει του χρόνου έναν ινδικό φακόχοιρο». «Μα γιατί μαύρισε;» απόρησε ο Clemens. «Αχ», αναστέναξε πικρά ο ταβερνιάρης. «Είναι δύσκολη η ζωή των ναυτικών. Γιο-χο-χο κι ένα μπουκάλι ρούμι. Ήταν σ’ ένα μακρινό μπάρκο στα νησιά Φίτζι, τα κύματα λυσσομανούσαν κι η θάλασσα η πλανεύτρα κατάπινε τις ζωές όσων την αψηφούσαν. Κουβαλούσαν ένα φορτίο πυρηνικά απόβλητα και είχαν βάλει πλώρη για το Μπουένος Άιρες…» «Για τα νησιά Φίτζι δεν μου είπες, ποιο Μπουένος Άιρες, ρε φαφλατά ταβερνιάρη;» Κατάλαβε ότι ο άλλος μπλόφαρε. «Δεν τα ξέρεις καλά τα πράγματα εκείνα τα χρόνια μικρέ. Τα Φίτζι ξεκίνησαν από την Αργεντινή αλλά με τα χρόνια μετανάστευσαν για πολιτικούς λόγους. Τότε λοιπόν, ο γέρο Κάραγιαν κόλλησε μια σπανιότατη τροπική ασθένεια που είναι υπεύθυνη για τη γονιδιακή μετάλλαξη των πουλερικών της Μαλακάσας σε αποσμητικά χώρου. Η αντίδραση στον γέρο ήταν χαμελαιοντικής φύσης: έγινε κάτι σαν τον Μάικλ Τζάκσον στο αντίστροφο». Ο Clemens φυσικά δεν το έχαψε καθόλου.

Άφησε τον άλλο στις φαντασιοπληξίες του και στράφηκε στον παιδικό του ήρωα. Τον άκουσε να μονολογεί και μαζεύοντας όλο το θάρρος του του μίλησε. «Εσύ είσαι λοιπόν. Γύρισες επιτέλους πίσω;» «Γύρισες και μου πες πως το Μάρτη σ’ άλλους παραλλήλους θα ‘χεις μπει». «Θα με μπερδεύεις με άλλον. Είμαι ο ανιψιός της Φρειδερίκης Σουρλουλού». Ο Φον Κάραγιαν σήκωσε τα μάτια και μια λάμψη πέρασε από το πρόσωπό του για ένα φευγαλέο δεύτερο στο άκουσμα του μυθικού ονόματος. Μα ύστερα επέστρεψε στην κατατονία του. «Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγεί, παιδί του Modigliani, που τα’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί». «Μιλάς σοφά όπως πάντα Κάραγιαν», απάντησε ο ήρωας προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο για να καταλάβει τι είχε ακούσει μόλις τώρα. «Μια πληγή με τυραννάει σοφέ μου δάσκαλε.»Σκουπίζει τον ιδρώτα απ’ το μέτωπό του. «Είναι ξέρεις…».Τώρα τρέμει η παλάμη του και ξεκινάει το γνωστό τικ: με την δεξιά του πατούσα χαϊδεύει το αριστερό και μεγαλύτερο αυτί του. «Είναι ένα ζήτημα απ’ το οποίο κρέμεται η ζωή μου.» Τώρα και αριστερή του πατούσα χαϊδεύει το δεξί του αυτί. Είναι θαύμα πως ακόμα στέκεται όρθιος. Ένας γέρος απ’ το διπλανό τραπέζι σκύβει και κάνει μετάνοιες μιλώντας για θαύμα. Ένας τυφλός βρίσκει το φως του. Ένας άλλος μετράει δύο φορές μέχρι το άπειρο και ο πρώην τυφλός ξανατυφλώνεται. « Ποτέ μου δεν έμαθα να γράφω την λέξη καράβι. Την γράφω με ήτα, την γράφω με ύψιλον. Έχω απελπιστεί..» «Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.»

 

Γράψτε ένα σχόλιο

Γ) Η κατάσκοπος

Δάκρυα κυλούσαν στα αφράτα μάγουλα της Λενιώς καθώς αποχωριζόταν τη μεγάλη της αγάπη. Θα θυμόταν για πάντα την ηδονή που της χάριζε η στιγμή που έμπηγε τα δάχτυλά της στην καυτή του σάρκα την οποία μετά δάγκωνε με τους κοφτερούς της κυνόδοντες έτοιμη να την κατασπαράξει. Ήταν όμως αργά, ήταν ώρα να αποβιβαστεί στις Γερμανικές ακτές και ο σερβιτόρος που μετέφερε το άδειο πιάτο που είχε φιλοξενήσει για λίγα μόλις δευτερόλεπτα εκείνο το γιγαντιαίο μοσχαρίσιο κότσι είχε ήδη εξαφανιστεί.

Δεν είχαν περάσει τέσσερις μέρες που είχε αποχωριστεί το λεβεντόκορμο αγόρι που συνάντησε τυχαία στο λιμάνι της Κοπεγχάγης, είχε περάσει μόλις μία. Ήταν όμως η πρώτη φορά που ρίγησε το κορμί της στη θέα ενός πλάσματος που δεν ήταν μαγειρεμένο και οι έντονες στιγμές που έζησε μαζί του θα μπορούσαν να γεμίσουν πολλές σελίδες ενός ημερολογίου.

Το επίθετό του παρέμεινε ένα μυστήριο, τα μόνα που έμαθε γι’ αυτόν ήταν οι διαστάσεις του και το πως άφησε την πατρίδα του, ένα χωριό της Ελληνικής Μεσσηνίας, σε αναζήτηση νέων εμπορικών ευκαιριών. Δεν ήθελε να τον αποχωριστεί μα το να τον ακολουθήσει στη Σιβηρία στην προσπάθειά του να πουλήσει δρεπάνια ήταν μια αποστολή μάλλον δύσκολη. Ιδιαίτερα όταν αργότερα το 1917 ξέσπασε ο Ρωσικός εμφύλιος με τους Μπολσεβίκους αντιπάλους των Σιβηρών να τα φέρουν ως σύμβολο.

Άλλωστε η Λενιώ είχε στόχο να γυρίσει όλο τον κόσμο, είχε μεγάλα όνειρα και μεγάλες φιλοδοξίες μέσα της. Είχε βέβαια και μεγάλο αποθηκευτικό χώρο για όλα αυτά.
Το ταξίδι στην Ευρώπη αυτή την εποχή ήταν μάλλον δύσκολο, απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή, ευλυγισία και επιφυλακτικότητα. Εκτός αν διέθετες άλλου είδους προσόντα που θα εξασφάλιζαν την ασφαλή μετακίνησή σου. Ο μεγάλος πόλεμος βρισκόταν στο ζενίθ του και οι διψασμένοι φαντάροι, μακριά από τα σπίτια τους και την οικογενειακή θαλπωρή έβρισκαν μια ζεστή συντροφιά στο πρόσωπο και το σώμα της Λενιώς.

Γνώρισε τόσες γλώσσες, κυριολεκτικά και μεταφορικά, που σύντομα αποτέλεσε καρπούζι της έριδος ανάμεσα στους επικεφαλής της Αντάντ και της Τριπλής συμμαχίας. Μια γυναίκα με τόσες γνώσεις και τόσες γνωριμίες ήταν η ιδανική κατάσκοπος και θα εξασφάλιζε τη νίκη σε αυτόν που θα κέρδιζε την εύνοιά της.

Η ώρα ήταν περασμένες 12 και παρά την ασυνήθιστη ζέστη που επικρατούσε εκείνες τι μέρες στη Ρώμη, το γωνιακό bar-theater στη γειτονία Petareέδειχνε να κρατά τον απόμακρο χαρακτήρα του. Η Λενιώ κάπνιζε με μανία, είχε άγχος, η δουλειά της θεατρίνας δεν της ταίριαζε. Ήταν άλλωστε ένας ακόμη ρόλος που έπρεπε να παίξει για να καλύψει την πραγματική της αποστολή και το κατάφερνε με επιτυχία. Ποιος θα πίστευε άλλωστε πως ένα κορίτσι δεκατεσσάρων χρονών έκρυβε στο πορτοφόλι του στρατιωτική ταυτότητα με το βαθμό της υπολοχαγού..

 Το ραντεβού της είχε μόλις εμφανιστεί στην είσοδο και την έψαχνε με το βλέμμα του. Δεν άργησε να την βρει, ένα θηλυκό με τόσο έντονο ταπεραμέντο και τόσο μεγάλο εκτόπισμα δεν κρύβεται εύκολα. Ο γοητευτικός νεαρός της προσέφερε ένα μπουκέτο μαργαρίτες και έκατσε δίπλα της.

-Καλησπέρα Μπενίτο, το βρήκες εύκολα;
-Χρειάστηκε να συνεφέρω έναν ετοιμοθάνατο μαχαιρωμένο ηλικιωμένο και να προσπαθήσω να μεταφράσω τις οδηγίες του παραλείποντας τις εκκλήσεις για βοήθεια αλλά το βρήκα εύκολα ευτυχώς! Ωραία είστε εδώ.
-Τι έχεις; Γιατί είσαι μπαταρισμένος;
-Α, τίποτα. Τραυματίστηκα στη μάχη. Αποστρατεύτηκα και παρασημοφορήθηκα όμως. Πεινάς;
-Πάντ.. εχμ.. δε συνηθίζω να τρώω μετά τις 7. Η μαμά μου πάντα έλεγε πως κάθονται όλα εδώ (είπε και έδειξε τους γλουτούς της)
-Εμένα δε με πειράζει, δε λογαριάζω την εικόνα του ανθρώπου μα τον εσωτερικό του κόσμο. Κι εσύ δείχνεις να έχεις πάρα πολύ εσωτερικό κόσμο, σχεδόν σύμπαν.
-Μιλάς πολύ όμορφα μα ξέρεις.. δεν το κάνω συχνά αυτό. Να βγαίνω με αγόρια που δεν ξέρω. Δε θέλω να έχεις λάθος εντύπωση για μένα. Είμαι σεμνή κοπέλα και το αντρικό χάδι μου είναι κάτι άγνωστο.

Ο Μπενίτο την κοίταξε με ένα ζεστό βλέμμα γεμάτο κατανόηση και συμπόνια και της έπιασε το χέρι. Άλλο ένα προτέρημα της Λενιώς ήταν πως μπορούσε να σε πείσει για το πιο απίθανο σενάριο και να μη σου αφήσει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Ήταν ένα ψυχολογικό τρικ που έπαιζε με τα θύματά της, διέκρινε έτσι εξ’ αρχής την επιρροή που θα μπορούσε να ασκήσει επάνω τους κι αφού είχε πείσει τον Νο 1 υποψήφιο κίνδυνο στην Ιταλική ιστορία πως ένα θρησκευόμενο παρθένο αγνό κορίτσι, συχνάζει στην πιο κακόφημη περιοχή της Ευρώπης, κυκλοφορεί ντυμένο σαν πόρνη, καπνίζει σαν φουγάρο και δεν τρώει ποτέ μετά τη δύση του ηλίου, επικρατούσαν δυο σενάρια.  Ή την είχε ερωτευτεί χωρίς έλεος ή ήταν αθεράπευτα σχιζοφρενής. Η μετέπειτα πορεία του ωστόσο απέδειξε πως ίσχυε το δεύτερο.

Ξύπνησε νωρίς το επόμενο πρωί και άφησε τον εραστή της να συνεχίσει τον ύπνο του. Ήταν μια κουραστική βραδιά και για τους δύο και τον είχε ανάγκη. Δε χρειάστηκε να κάνει ησυχία μιας και το βροντερό ροχαλητό του ήταν ικανό να καλύψει μέχρι και εκτέλεση με αυτόματο οπλοπολυβόλο. Μάζεψε τα ρούχα της, τα μαστίγια και τις χειροπέδες της, έψησε στα γρήγορα ένα ταψί τυρόπιτα και λίγο χοιρινό που της είχε περισσέψει για να τσιμπήσει και έφυγε με προορισμό το Βερολίνο. Έπρεπε να δώσει αναφορά στους ανωτέρους της και να λάβει μια νέα αποστολή.

Αυτή η δουλειά της άρεσε τελικά μα ήταν επικίνδυνη και ο πόλεμος έδειχνε να έχει λίγη ακόμα διάρκεια. Ίσως σε αυτό βοήθησε και η παρουσία της αφού η διαταγή του Μεχμέτ Ρεσάτ του 5ου να υπογράψουν οι Οθωμανοί τη Συνθήκη ανακωχής του Μούδρου με τον Άγγλο ναύαρχοΚάλθορπ ήταν μια πρόκληση της Λενιώς προκειμένου να τον αφήσει να της σκίσει το αγαπημένο της βρακί.

Συνεχίζεται..

a hairless ape

Απαγορεύεται να απαγορεύεται.

Quadrivia

An assortment of the unusual, the unexplained and the unexpected.

Joseph Strollin

Διαλεκτικός Tρολισμός

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.