2 σχόλια

1)VIVA LAS VEGAS!(Clemens Walch’s arise)

A                                  

Η ιστορία διαδραματίζεται στο Λας Βεγκας. Ο ήρωας μας Clemens Walch,με σηκωμένο το πέτο του μπεζ παλτού του( το τελευταίο λάφυρο από μια πρώην μανιοκαταθλιπτική ερωμένη φαρμακοποιό με τάση να κάνει τραμπάλα κάθε μεσημέρι στις τρεις), έτσι ώστε να κρύβει τα παχουλά αυτάκια του(πίστευε από τότε που η μάνα του τον ξέχασε μέσα στο πλυντήριο ότι το ένα αυτί του είχε επιμηκυνθεί αισθητά σε σύγκριση με το άλλο), καπνίζει σκεφτικός διασχίζοντας την Petrin Hill.

«Καράβη»…Επιτέλους, μια εξοχή όπου η τέχνη συνυπάρχει με τη φύση χωρίς η μια να χαλάει την άλλη, όπου η τέχνη φαίνεται φυσική και η φύση είναι καλλιτεχνική. Μια φύση θεριεμένη και όμορφη, ολόφωτη, κάτι άγριο και ατίθασο, μυστήριο και ασυνήθιστο. Ένα σταυροδρόμι ερημικό. Στη μέση του υψώνεται ένας πέτρινος οβελίσκος ακριβώς σαν ένα αιώνιο θαυμαστικo.Λίγο πιο πέρα, πλανόδιοι κι αθίγγανοι εξαπολύουν αιθέριες τσιγγάνικες μελωδίες μες στην καρδιά του τίποτα. Σκόρπια λόγια, σαν απ’ τα χείλη μιας αόρατης και μακρινής μητέρας, ψιθυρίζουν στο αυτί του σαν χάδι «Ra-Ra-Rasputin, lover of the Russian Queen». Ένα δάκρυ αυλακώνει το μάγουλό του, αλλά το σκουπίζει γοργά, με μια σκέψη στο νου του: «μπάμιες». Με αποφασιστικότητα συνεχίζει το δρόμο του. Προχωράει λίγα βήματα ακόμη, κοιτώντας πάντα δεξιά κι αριστερά όταν διασχίζει τον δρόμο όπως τον συμβούλευε ο μανικιουρίστας της θείας Φρειδερίκης, ο Φον Κάραγιαν, ο οποίος ύστερα από ένα αποτυχημένο μανικιούρ εγκατέλειψε τα εγκόσμια και δεν τον ξαναείδε κανείς. Δεν ήξερε με σιγουριά που κατευθυνόταν, αλλά ένοιωσε(ή ένιωσε) κάπου στο βάθος της παρεγκεφαλίτιδάς του ότι είχε επιτέλους φτάσει. Κλακ. Με μια απότομη κίνηση ανοίγει την πρώτη πόρτα. «Συγγνώμη λάθος», λέει καθώς βγαίνει από το πίσω κάθισμα του περαστικού αμαξιού στο οποίο είχε μπει. Μα γιατί σήμερα όλα πήγαιναν στραβά; Ακόμα και ο ταχυδρόμος των 14:48 περπατούσε με την όπισθεν. Διαρκώς αφηρημένος. «Φον κάραγιαν! Μα πως δεν το σκέφτηκα!» αναφώνησε και βούτηξε το κεφάλι του μες τη μαγιονέζα.

Τράβηξε κατευθείαν προς το μόνο μέρος που μπορεί να βρισκόταν. Μια στιγμή αδυναμίας τον διαπέρασε σαν ρίγος και σταμάτησε. Ρούφηξε βαθιά μια τζούρα από τα αγαπημένα του pall mall, έσφιξε τον κόμπο της γραβάτας του με μια άνετη κίνηση του καρπού ενώ έλεγε από μέσα του «ο κόμπος έφτασε στο χτένι, πρέπει να τελειώσω μ’ αυτό». Καθώς περπατούσε είχε συνέχεια στο μυαλό του την ελπίδα πως ήταν πλέον κοντά, πως το μαρτύριό του δεν ήταν τελικά μια αναλαμπή του Αναπόφευγου. Με το ηθικό ανεβασμένο και σκουπίζοντας την μαγιονέζα από το πρόσωπό του τον φανταζότανε ήδη, εκεί στο τελευταίο τραπέζι, γερτό πάνω στο ξύλινο πόδι του με τα ψαρά γένια του να στάζουν αλμύρα και αναμνήσεις, με το ποτήρι της μπύρας (ή μπίρας) πάντα γεμάτο, ένα λιβάνι για να ξορκίζει τους δαίμονές του. Διστάζει για λίγο. Είναι μόλις 10 βήματα μακριά του και ακόμα το φάντασμα του γέρο ναυτικού του φέρνει τρόμο. Τελικά πλησιάζει, είναι ένα καπηλειό στου λιμανιού την άκρη. Το σάπιο ξύλο της πόρτας του φέρνει ανατριχίλα. Με τρέμουλο στο χέρι ψηλαφίζει το πόμολο. Η παλιά ταβέρνα μυρίζει μούχλα, ξινισμένο κρασί και σαπούνι με ουδέτερο pH. Κοιτάζει ολόγυρα και το μάτι του αναζητεί την ποθητή φιγούρα, να στέκει σαν εκπεπτωκός άγγελος. Το βλέμμα του μένει ανικανοποίητο. Δεν βρίσκει απόκριση. Κοιτάζει μια παρέα θαλασσοδαρμένων γερόλυκων να το έχουν στρώσει σε μια γερή παρτίδα «φιδάκι». Με μιας μπαίνει στο παιχνίδι και χωρίς ηθικές αναστολές ποντάρει τον χρυσό τραπεζίτη του παππού του. Χάνει την παρτίδα, αλλά αποφασίζει να τα παίξει όλα για όλα. Στην επόμενη παρτίδα ποντάρει ολόκληρο τον παππού. Με μια ταχύτατη και επιδέξια κίνηση που είχε μάθει στο Νάθινγκ Γκάλτς από τον Πατ Πόκερ τραβάει έναν άσσο μπαστούνι από την κάλτσα του ενώ οι υπόλοιποι παίχτες τον κοιτάνε με απορία και συνειδητοποιεί ότι παίζει λάθος παιχνίδι. Τα παρατάει ανάμεσα σε βλαστήμιες και κατάρες, ο παππούς δεν δέχεται να παραχωρηθεί στους αντιπάλους και ανοίγει κύκλος διπλωματικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ρωσίας και Κορνουάλης. Επιστρέφοντας στον αρχικό του στόχο, πλευρίζει τον ταβερνιάρη και προσπαθεί να τον ψαρέψει: «Ξέρεις τίποτα;» Μετά όμως θυμάται ότι αυτό ήταν ατάκα από τη χθεσινή ταινία και δεν κολλάει. Ο λιγδιάρης Μάγερας μπαίνει κατευθείαν στο νόημα και του δείχνει το τραπέζι στη γωνία. «Ο μαύρος;», αναφωνεί. «Αδύνατον, ο Φον Κάραγιαν ήταν τόσο άσπρος που όταν σοβατίσαμε τον τοίχο τον ψάχναμε τρεις μέρες». Τον πλησιάζει επιφυλακτικά. Ένα σάψαλο, αυτό είχε απομείνει, με φλύκταινες στη μύτη, πυτιρίδα και τατουάζ πόλυ- πόκετ στο μπράτσο. Κουνούσε ελαφρά το δεξί χέρι στο οποίο κράταγε το χειριστήριο από ένα τηλεκατευθυνόμενο φορτηγάκι. «Το κουβαλάει παντού τριάντα πέντε χρόνια τώρα», του ψιθυρίζει ο ταβερνιάρης, «πριν από λίγους μήνες πάτησε μ’ αυτό τον παπαγάλο του. Από τότε τα έχει χάσει λίγο. Μαζεύει λεφτά για ν’ αγοράσει του χρόνου έναν ινδικό φακόχοιρο». «Μα γιατί μαύρισε;» απόρησε ο Clemens. «Αχ», αναστέναξε πικρά ο ταβερνιάρης. «Είναι δύσκολη η ζωή των ναυτικών. Γιο-χο-χο κι ένα μπουκάλι ρούμι. Ήταν σ’ ένα μακρινό μπάρκο στα νησιά Φίτζι, τα κύματα λυσσομανούσαν κι η θάλασσα η πλανεύτρα κατάπινε τις ζωές όσων την αψηφούσαν. Κουβαλούσαν ένα φορτίο πυρηνικά απόβλητα και είχαν βάλει πλώρη για το Μπουένος Άιρες…» «Για τα νησιά Φίτζι δεν μου είπες, ποιο Μπουένος Άιρες, ρε φαφλατά ταβερνιάρη;» Κατάλαβε ότι ο άλλος μπλόφαρε. «Δεν τα ξέρεις καλά τα πράγματα εκείνα τα χρόνια μικρέ. Τα Φίτζι ξεκίνησαν από την Αργεντινή αλλά με τα χρόνια μετανάστευσαν για πολιτικούς λόγους. Τότε λοιπόν, ο γέρο Κάραγιαν κόλλησε μια σπανιότατη τροπική ασθένεια που είναι υπεύθυνη για τη γονιδιακή μετάλλαξη των πουλερικών της Μαλακάσας σε αποσμητικά χώρου. Η αντίδραση στον γέρο ήταν χαμελαιοντικής φύσης: έγινε κάτι σαν τον Μάικλ Τζάκσον στο αντίστροφο». Ο Clemens φυσικά δεν το έχαψε καθόλου.

Άφησε τον άλλο στις φαντασιοπληξίες του και στράφηκε στον παιδικό του ήρωα. Τον άκουσε να μονολογεί και μαζεύοντας όλο το θάρρος του του μίλησε. «Εσύ είσαι λοιπόν. Γύρισες επιτέλους πίσω;» «Γύρισες και μου πες πως το Μάρτη σ’ άλλους παραλλήλους θα ‘χεις μπει». «Θα με μπερδεύεις με άλλον. Είμαι ο ανιψιός της Φρειδερίκης Σουρλουλού». Ο Φον Κάραγιαν σήκωσε τα μάτια και μια λάμψη πέρασε από το πρόσωπό του για ένα φευγαλέο δεύτερο στο άκουσμα του μυθικού ονόματος. Μα ύστερα επέστρεψε στην κατατονία του. «Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγεί, παιδί του Modigliani, που τα’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί». «Μιλάς σοφά όπως πάντα Κάραγιαν», απάντησε ο ήρωας προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο για να καταλάβει τι είχε ακούσει μόλις τώρα. «Μια πληγή με τυραννάει σοφέ μου δάσκαλε.»Σκουπίζει τον ιδρώτα απ’ το μέτωπό του. «Είναι ξέρεις…».Τώρα τρέμει η παλάμη του και ξεκινάει το γνωστό τικ: με την δεξιά του πατούσα χαϊδεύει το αριστερό και μεγαλύτερο αυτί του. «Είναι ένα ζήτημα απ’ το οποίο κρέμεται η ζωή μου.» Τώρα και αριστερή του πατούσα χαϊδεύει το δεξί του αυτί. Είναι θαύμα πως ακόμα στέκεται όρθιος. Ένας γέρος απ’ το διπλανό τραπέζι σκύβει και κάνει μετάνοιες μιλώντας για θαύμα. Ένας τυφλός βρίσκει το φως του. Ένας άλλος μετράει δύο φορές μέχρι το άπειρο και ο πρώην τυφλός ξανατυφλώνεται. « Ποτέ μου δεν έμαθα να γράφω την λέξη καράβι. Την γράφω με ήτα, την γράφω με ύψιλον. Έχω απελπιστεί..» «Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.»

 

Σχολιάστε

Ξ) Ο ειδικός πράκτορας

Το γαλάζιο ντεσεβώ με τα μπροντώ δερμάτινα καθίσματα και έξτρα καθρέφτη συνοδηγού του Χαρίλαου διέσχιζε σαν συνταξιοδοτημένος πάνθηρας την Γαλλική επαρχία της Αλσατίας καθώς ταξίδευε προς την έπαυλη του μεγαλοβιομήχανου Ζώρζ Τρονκέ. Του βασιλιά της υποστήριξης πέδησης, του άρχοντα της παροχής μιας πόδας βοηθείας σε ανήμπορους υπερήλικες, του πασά της μαγκούρας.

Η μαγκουροποιία της οικογενείας του Ζωρζ και του συνέταιρου και φίλου του, Παβότ είχε μια ιστορία που χανόταν στα βάθη των αιώνων. Ίσως πριν ανακαλυφθεί ο τροχός. “Έχουμε στηρίξει εκατομμύρια γέρους και συνεχίζουμε” ήταν το σλόγκαν της και οι μαγκούρες της ποιημένες από τους πιο φινετσάτους και καλοζωισμένους κέδρους της περιοχής. Είχε βέβαια αναμιχθεί σε σκάνδαλα η φήμη της στο παρελθόν όταν κάποιοι συνωμότες συνέδεσαν τον Ζωρζ και τον συνέταιρο και φίλο του, Παβότ σε μυστική συμφωνία με φαρμακευτικές εταιρίες που αφορούσε τη διασπορά αρθρίτιδας και οσφυαλγίας στον παγκόσμιο πληθυσμό αλλά είχε καταφέρει να λευκάνει το κατάμαυρο ηθικό της μητρώο παραθέτοντας αποδείξεις και ονόματα που αποκάλυπταν πως αυτοί οι συνωμότες δεν ήταν άλλοι από τους άσπονδους εχθρούς και μισητούς Κολ και Κοτ, επίσης μεγαλοβιομήχανους, κατασκευαστές περιπατητήρων (Πι).

Για έναν ανεξήγητο λόγο όμως η εταιρία παρουσίαζε εξωπραγματικά ελλείμματα τα τελευταία χρόνια και η αξία της είχε κατέβει κατακόρυφα. Δεν έχασε ευκαιρία ο Χαρίλαος να ερευνήσει τρόπους να εκμεταλλευτεί αυτή την πτώση της και βασιζόμενος στην ραγδαία εξέλιξη της μόδας του τσίρκου και του θεάτρου δρόμου, σκέφτηκε να την μετατρέψει σε βιομηχανία ξυλοπόδαρων. Κάτι που ίσως φανερώνει μια ανεπάρκεια στις επιχειρηματικές του ικανότητες.

Έφτασε στην έπαυλη του Ζωρζ και μετά εκπλήξεως αντίκρισε φορείς του νόμου και φορείς τραυματιών στην είσοδο καθώς και δυο κλαίουσες γυναίκες που συνομιλούσαν με έναν κουστουμαρισμένο, σχεδόν γοητευτικό, κύριο.
-Καλησπέρα σας, είμαι ο κύριος Χαρίλαος
-Καλησπέρα σας κύριε Χαρίλαε, ειδικός πράκτορας Λαντί. Φοβάμαι γίνεστε μάρτυρας μιας τραγικής ιστορίας. Επιτρέψτε μου. Τσάι, καφέ, σοκολάτα;
-Τσάι, με ένα συννεφάκι γάλα
-Αμέσως, Πιέγ. Άκουσες. Κύριε Χαρίλαε εδώ είναι το σπίτι και στο διπλανό κτήριο η βιομηχανία του δύστυχου κύριου Ζωρζ. Σήμερα το πρωί λοιπόν τον βρήκε η γραμματέας του, Μπεατρίς νεκρό να κάθεται στο γραφείο του με μια σφαίρα καρφωμένη στο κεφάλι κι έσπευσε να ειδοποιήσει την σύζυγό του Σύλβια. Να τες, συντετριμμένες και οι δυο.
-Άπαπα..
-Καλά ναι. Όλοι νομίσαμε πως ήταν δολοφονία! Ήταν; Δυστυχώς τα πράγματα ανετράπησαν καθώς εξετάζαμε προσεκτικά τον κήπο. Βλέπετε, ο δράστης θα έπρεπε να έχει διαφύγει από εκεί αφού θα τον είχε πυροβολήσει και το παράθυρο που βλέπει στον κήπο ήταν ανοικτό. Καθώς ψάχναμε για ίχνη λοιπόν εγώ και ο πιστός συνεργάτης μου, Πιέγ σκόνταψε καταλάθος σε μια γούβα που κάποιος είχε σκάψει στον κήπο ακριβώς κάτω από το παράθυρο του κύριου Ζωρζ.
Τι βρήκαμε μέσα; Το φονικό όπλο δεμένο με ένα μακρύ σχοινί κι ένα βαρίδι στην άκρη. Μετά από πολύωρες συσκέψεις με τον πιστό συνεργάτη μου, Πιέγ καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως ο αδέκαρος και ξοφλημένος κύριος Ζωρζ αυτοκτόνησε με τέτοιο τρόπο που θα έμοιαζε με δολοφονία για να κρύψει την αδυναμία του. Κρατούσε το πιστόλι το οποίο ήταν δεμένο με ένα σκοινί που στην προέκτασή του αγκάλιαζε το κλαδί της βελανιδιάς έξω απ’ το παράθυρο και έφτανε  στην γούβα όπου και θα έπεφτε αφού τα άψυχα χέρια του Ζωρζ δε θα είχαν πλέον τη δύναμη να αντισταθούν στην πίεση των βαριδιών που ήταν δεμένα στην άλλη άκρη του σχοινιού. Ο απρόσμενος δυνατός αέρας που έφερε το μεσημεράκι όμως ξεσκέπασε γρήγορα αυτή την προχειροφτιαγμένη κρύπτη και το μυστήριο δεν άργησε να λυθεί.

-Θα διατηρείτε βέβαια τις επιφυλάξεις σας

-Διατηρώ βέβαια τις επιφυλάξεις μου. Έχουν δει πολλά τα μάτια μου κι έχουν ακούσει πολλά τ’αυτιά μου.

-Εμένα έχουν πιάσει πολλά τα χέρια μου, είπε με νόημα και ύφος τσαχπίνικο ο Χαρίλαος.

-Τον εγωίσταρο.. Θα χαλούσε η μόστρα του αν φαινόταν ότι αυτοκτόνησε. Κατάλαβες; Το έκανε να φανεί δυστύχημα για να πάρει την ψωροπερηφάνια του στον τάφο του. Άι σιχτίρ, με κάνει και κολάζομαι συγχωρεμένος άνθρωπος. Είπε η κα Σύλβια, σύζυγος του εκλιπόντος, καθώς τσαλάκωνε νευρικά μιαν αλεπού που πάντα κάλυπτε τους ώμους της.

-Ίσως.., είπε διστακτικά η γραμματέας, ίσως ντρεπόταν που δεν τα κατάφερε στη ζωή παρότι ήταν πολύ δυναμικός άνθρωπος. Ίσως έκρυψε την αυτοκτονία του για να μη μας κόψει τα φτερά απ’ το να προσπαθούμε να κατακτήσουμε αυτά που θέλουμε.

-Χμμ, είστε ερωτευμένη μαζί του. Διαπίστωσε ο ειδικός πράκτορας Λαντί.

Η γραμματέας ξέσπασε σε κλάματα. «Τον αγαπούσα και με αγαπούσε», ψέλλισε ανάμεσα στα αναφιλητά της.

-ΤΣΟΥΛΑΚΙ ΠΩΣ ΤΟΛΜΗΣΕΣ;; Ωρύετο η κα Σύλβια. ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ ΒΡΩΜΑ, ΠΩΣ ΔΕ ΣΕ ΚΑΤΑΛΑΒΑ, ΚΑΤΩ ΑΠ’ΤΗ ΜΥΤΗ ΜΟΥ, ΣΕ ΕΒΑΛΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ, ΣΟΥ ΕΜΑΘΑ ΠΩΣ ΚΑΝΩ ΤΟΝ ΚΙΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΦΗΜΙΣΜΕΝΑ ΜΟΥ ΠΙΡΟΣΚΙ ΚΙ ΕΣΥ ΜΕ ΠΡΟΔΩΣΕΣ, ΣΟΥ..

-Ηρεμήστε μανδάμ. Δεν ωφελούν οι θεατρινισμοί, την διέκοψε ο ειδικός πράκτορας Λαντί. Εάν δεν το γνωρίζατε ήδη θα προσπαθούσατε να πείσετε τον εαυτό σας ότι δεν συνέβη κι όχι εμάς ότι δεν το ξέρατε ή ότι δεν το είχατε υποπτευθεί.

-Έχετε δίκιο, τους είχα δει να πασπατεύονται στο μπάνιο στην τελευταία μας δεξίωση. Έπρεπε όμως να την βρίσω, καλά δεν έκανα;

-Καλά κάνατε

-Καλά δεν έκανα;

-Καλά κάνατε. Αλλά λιγότερο την επόμενη φορά. Η γνήσια έκπληξη δεν κρατά παρά μερικά δέκατα του δευτερολέπτου, εσείς το παρακάνατε. Θα πρέπει να σας ανακρίνω ξεχωριστά ωστόσο. Τώρα που δεν έχετε λόγο να κρύβετε την οργή σας απέναντι στην δίδα Μπεατρίς, φοβάμαι πως θα την ξεμαλλιάσετε. Και είναι κρίμα γιατί δεν συναντάς εύκολα τέτοια μεταξένια κόμη. Ίσως στα Τρίκαλα μόνο.

Ο ειδικός πράκτορας Λαντί συνόδευσε τη συντετριμμένη Μπεατρίς στην αίθουσα ποιοτικού ελέγχου, όπου τέσσερις ειδικά εκπαιδευμένοι, πρώην καταδρομείς, γέροι με διαφορετικές παθήσεις έκαναν κύκλους δοκιμάζοντας τα νέα μοντέλα πριν βγουν στην αγορά και την ανέκρινε για περίπου 43 λεπτά με μια παύση για να πιει ένα ποτήρι βυσσινάδα με ανθρακικό και άλλη μια για τσιγάρο. Ο Χαρίλαος εν τω μεταξύ είχε στήσει ένα κουμ-καν με την κα Σύλβια και αγωνιούσε καθώς εκείνη ήταν έτοιμη να βγει και να τον αφήσει με δυο μπαλαντέρ κι ένα βαλέ στο χέρι. Η τύχη όμως του χαμογέλασε όταν ο ειδικός πράκτορας Λαντί διέταξε την κα Σύλβια να παρατήσει τα χαρτοπαίγνια και να τσακιστεί να την εξετάσει.

-Σας ευχαριστώ πολύ κυρίες μου. Τους είπε αφού τελείωσε και με τις δύο. Καταλαβαίνω τον πόνο σας αλλά αυτή η διαδικασία ήταν απαραίτητη προκειμένου να βρούμε τον δράστη.

-Ποιόν δράστη; Αφού αυτοκτόνησε! Πετάχτηκε η Μπεατρίς έκπληκτη.

-Αυτό θα το δούμε δεσποινίς.

-Λοιπόν ειδικέ πράκτορα Λαντί; Ρώτησε με αγωνία ο Χαρίλαος καθώς έκαναν τον περίπατό τους ανάμεσα στα αμπέλια της έπαυλης τσιμπολογώντας σταφύλια σαν άλλοι Διόνυσοι.

-Κοίτα να δεις -τσομπτσομπ- η γυναίκα του τον είχε γραμμένο αλλά τον χρειαζόταν γιατί χωρίς αυτόν δε θα είχε στον ήλιο μοίρα. Αν και ελάχιστη πια η περιουσία τους, είχε μόνο αυτόν να την θρέφει. Γι’ αυτό και δεν του έκοψε το κεφάλι όταν τον είδε να ερωτοτροπεί με τη γραμματέα του. Καλό κομμάτι παρεμπιπτόντως.

-Τσολιάς είναι

-Μπράβο. Θα μπορούσε πολύ εύκολα να αποτελέσει ύποπτο υπό άλλες συνθήκες, εάν για παράδειγμα αντιλαμβανόταν ότι τον χάνει, καθώς ήταν εξαρτημένη από αυτόν και μια τέτοια σχέση είναι η πιο ασφαλής οδός για να τελεστεί έγκλημα πάθους. Δεν θα τον έχανε όμως όσο εκείνος χρειαζόταν την εικόνα του ήσυχου οικογενειάρχη για να ικανοποιεί τους λίγους μεν, αλλά συντηρητικούς και γεροπαράξενους δε πελάτες του. Για τον ίδιο λόγο απέκλεισα και την δεσποινίδα Μπεατρίς.

-Μα πως να κάνουν τέτοιο κακό αυτά τα κατάλευκα στή.. εχμ, δάχτυλα

-Προφανώς! Μα ακόμη η γραμματέας του τον αγαπούσε. Παρότι της δυσκόλευε τη ζωή η κρυφή τους σχέση. Τον αγαπούσε γιατί κι εκείνος την θαύμαζε. Θαύμαζε την ανεξαρτησία της και την ικανότητά της να δημιουργεί το μέλλον της. Ό,τι δεν είχε η γυναίκα του.

-Άρα εάν δεν τον σκότωσε καμία, τότε αυτοκτόνησε

-Ούτε.. Βλέπεις, αυτή η βαθιά αγάπη που ένιωθε δεν θα τον άφηνε. Έκανε σχέδια για το μέλλον με τη μικρή, κάτι που θα απέφευγε ένας υποψήφιος αυτόχειρας. Θα μπορούσε να κοροϊδέψει πολλούς αλλά όχι έναν άνθρωπο με τον οποίο είναι συναισθηματικά δεμένος. Νιώθει ευάλωτος μπροστά του και δεν μπορεί να πει ψέμματα. Όχι, σίγουρα δεν είχε σκοπό να αυτοκτονήσει.

-Ποιός άλλος όμως έχει κίνητρο;

-Γρήγορα! Αναφώνησε ο ειδικός πράκτορας Λαντί και επιτάχυνε ελάχιστα κατευθυνόμενος προς το γραφείο του συνέταιρου και φίλου(;) του Ζωρζ, Παβότ.

Όρμησαν μέσα και ανακάτωσαν όλα τα συρτάρια, σήκωσαν το χαλί, του έριξαν ένα γρήγορο πλύσιμο γιατί γινόταν παγκόσμιο συνέδριο μικροβίων επάνω του και το άφησαν να στεγνώσει και έψαξαν όλο το χώρο σπιθαμή προς σπιθαμή. Δυό σπιθαμές πριν το τέλος βρήκαν κρυμμένο πίσω από την ταπετσαρία ένα πορνοπεριοδικό. Το χάζεψαν λίγο βαθμολογώντας τις μοντέλες και συνέχισαν την εξερεύνηση μέχρι που ανακάλυψαν τα αληθινά λογιστικά βιβλία της εταιρίας. Ήταν πλέον φανερό πως ο συνέταιρος και όχι και τόσο φίλος του Ζώρζ, Παβότ, τον εξαπατούσε αλλοιώνοντας τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης με σκοπό να του φάει το μερίδιο για ένα κομμάτι ψωμί. Αφού τα κατάφερε, τον ξαπόστειλε σκηνοθετώντας μια υποτιθέμενη αυτοκτονία του με τη λογική ενός χρεοκοπημένου Κροίσου.

-Γιατί συνέταιρε και εχθρέ Παβότ μπήκατε σε τόσο κόπο να μας πείσετε με τις πράξεις σας πως αυτοκτόνησε κρυφά και όχι φανερά εξ’ αρχής κατασκευάζοντας αυτό το τέχνασμα και την σαθρή κρυψώνα που αργά ή γρήγορα θα ανακάλυπταν οι αρχές; Τον ρώτησε εμφανώς προβληματισμένος ο Χαρίλαος καθώς ο ειδικός πράκτορας Λαντί του περνούσε χειροπέδες.

-Γιατί έπρεπε να γίνω πιστευτός. Είχε δίκιο η γυναίκα του. Ήταν μεγάλη ψωνάρα και προκειμένου να μη φανεί αδύναμος μόνο έναν τέτοιο τρόπο θα επέλεγε.

Συνεχίζεται..

a hairless ape

Απαγορεύεται να απαγορεύεται.

Quadrivia

An assortment of the unusual, the unexplained and the unexpected.

Joseph Strollin

Διαλεκτικός Tρολισμός

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.